THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Κοινώς, συγνώμη.


Είναι μερικές μαλακίες που γίνονται ασυνείδητα. Κάτι ώρες που έιναι καποιος δίπλα σου, του λες μια ιστορία και μετά πετάγεται πάνω αλαφιασμένος και ουρλιάζει ένα όνομα. Στιγμές σαν κι αυτές που σκέφτεσαι πως είναι αδύνατον να τις έχεις ζήσει, πως είναι αδύνατον να ήσουν ζωντανός και σκεπτόμενος την ώρα που τις διέπραττες, που δεν ξέρεις αν εκτιμάς τ’ότι ήσουν ειλικρινής ή αν σιχαίνεσαι τ’ότι ήσουν μαλάκας.
Και μετά σκέφτεσαι το χρόνο. Και προσεύχεσαι να γίνει υλικός μόνο για πάρτη σου, να μπορέσεις να τον κρατήσεις στα χέρια σου, να τον σαπίσεις στο ξύλο το γαμιόλη μέχρι να ξεχάσει εκείνη τη γαμημένη στιγμή που στα γκρέμισε όλα, που σε μολύνει και θα σε μολύνει ακόμα και μετά από χρόνια που θα τη σκέφτεσαι και θα γελάς με τα παιδιά σου. Θα γελας? Εσύ νομίζεις πως θα γελάω? Αμφιβάλλω με την καρδιά μου, αλήθεια σου λέω, κι ας ξέρω πως κάνω λάθος. Θα θυμάμαι και θ’αναρωτιέμαι εκείνο το πουστικο ‘’και αν δεν είχε γινει έτσι;’’ και θα χτίζω μια ζωή άλλη με ερωτηματικά. Και φυσικά σκέφτεσαι γελώντας πως σιγα μη μ επηρέασε εκείνη η μία στιγμή πιο πολύ απ’ότι επηρέασε εσένα.Πόνεσες και πονάς, το ξέρω. Αλλα ναι. Ναι γαμώτο, μ’επηρέασε, όλες οι στιγμές του κόσμου μ’επηρεάζουν αλλά δε μιλάω γιατί όλοι προλαβαίνουν και παίρνουν τις στιγμές για δικές τους κι αν μιλήσω είμαι εγωήστρια και άπλειστη. Μ’επηρεάζουν όλα τα δευτερόλεπτα σ’οποιας χώρας το ρολόι κι αν είναι. Κι όλες οι στιγμές του κόσμου, ναι κι αυτές. Πόσο μάλιστα η δική μας, που ήταν αληθινη στιγμή από τις λίγες, που μιλούσαμε με σιωπές και πηδιόμασταν σα να μισιόμαστε. Χέστηκα τι λες, χέστηκα κι αν με διαβάζεις τώρα και σου ακούγομαι σαν κακομαθημένο. Κάποτε πρέπει να μάθω να μιλάω με ειλικρίνεια χωρίς ρομαντικές βιτρίνες, εσύ μου το μαθες αυτο. Ορίστε και η πράξη λοιπόν. Με νοιάζει πιο πολύ απ’όσο νομίζεις, σκέφτομαι τη στιγμή εκείνη κι ας μην μ επηρεάζει όπως λες. Επηρεάζει εσένα, τον τρόπο που με σκέφτεσαι, τον τρόπο που μου μιλάς, επηρεάζει κι εμένα κι εσένα και το διάστημα κι όλους τους γαλαξίες μου.
Σε θέλω τόσο που μου ρχεται να σπάσω τους τοίχους, να κλεψω τα πορτοφόλια των γονιών μου και να χωθώ στην πρώτη πτήση που θα βρω. Κι ας μην είναι για τη χώρα σου, ας είναι για όπου να ναι. Να μαι απλα σε μία πτήση να ξέρω πως δε με βρίσκει κανεις, ούτε καν εσύ. Να σκέφτομαι στον αέρα και να μην μ ακούει τίποτα στη γη. Ούτε κι εσύ. Να μαι κάπου. Οπουδήποτε που δεν είναι εδώ είναι πιο κοντα σου.
Σε θέλω τόσο που κοίτα τι γράφω!
Παρεξήγησε με όσο θες, εγω πονάω. Μακάρι να πονούσα μόνο από την έλλειψη, σεξουαλικη, οπτική, ακουστική κλπ. Μακάρι να ταν μόνο αυτά. Αλλα πονάω κι από φόβο. Ναι, φοβάμαι πως θα μ’αφήσεις κι ας είπες πως δεν ακούς κανέναν. Ακούς, εγω αυτό πιστεύω και ας πιστεύω περισσότερο εσένα. Και θ’ακούς για πάντα και τα πάντα και τους πάντες κι ότι ακούγεται. Φοβάμαι ότι θα μ αφήσεις γιατι δεν ειμαι και καμια γκομενάρα ούτε βυζάρες έχω ούτε καν το χρόνο να σου δείξω το μυαλό μου εξ αποστάσεως και να σε μαγέψω με το πόσο ώριμη είμαι για τα 19 μου χρόνια. Ωριμότητα που μπορώ να πουλήσω μόνο μέσω skype. Από κοντά είμαι ηλίθια και κοντή. Και είναι κι αυτή η ρουφιάνα η απόσταση που δε μ’αφήνει να σε φιλήσω και να σε κάνω να ξεχάσεις την γαμημένη εκείνη στιγμη και να δεις πόσο φροντίζομαι για σένα, πόσο προσέχω, πόσο αλλάζω, πόσο πηδάω το είναι μου και τα σωψυχά μου για σένα. Γαμιέμαι για σένα, μ’ακους?
Το ξέρω πως με θες πιο πολύ απ’όσο ξέρω αλλά άσε με να ξεσπάσω γιατί θα τρελαθώ εδω που είμαι.
Θα τρελαθώ οπουδήποτε κι αν είμαι που δεν είναι εδώ και για σένα.

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Μια πουτάνα απ'τα παλιά

Ψιθυρίζει στ'αυτί σου τόσο σιγανά
ίσα να τ'ακούσει το υποσυνείδητο
Γλείφει το χαμόγελό σου
Δαγκώνει τα ρήγη σου
κι εσύ μαζοχίζεσαι και ικετεύεις
Είναι αυτή που αποτυπώνεις στο μυαλό
Κι ο νους βγάζει αντίγραφα όλο και πιο αλλοιωμένα
Τρέφεται μ'αυτά τις νύχτες και διψάει
Και τις μέρες τ'αναζητάει στο λαιμό της.
Αυτή το ξέρει και σ'αγγίζει λίγο
Ίσα ίσα να εκραγείς. 

Μια μέρα
Θα σ'αρπάξει απ'τις φλέβες
Κάθε ερωτισμός θα χυθεί απ'τα νύχια της στο χώμα
Δε θα προλάβεις να πανικοβληθείς
Θα σ'αφήσει στραγγιγμένο και απορημένο κι άγευστο στο πάτωμα
με τα χείλη σου να μοιάζουν άδεια
Θα 'σαι παγωμένος αλλά ζωντανός
Τόσο ώστε να μυρίσεις την ίδια σου την αποσύνθεση
Κι αυτή θα σηκωθεί
Θα αφήσει τον αέρα να ξεπλύνει τα πνευμόνια της
Θα αναπνεύσει το οξυγόνο διάφανο
και θα το φτύσει κόκκινο και υγρό.

Καθαρή κι ευτυχισμένη
Θα κλαψει πάνω απ'το κουφάρι σου
Μέχρι να τη λυπηθεί ο επόμενος πειρασμός.

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Μύθος

Ζαλίζεις επίτηδες το κεφάλι σου, το κουνάς πέρα δώθε και μετά σταματάς απότομα και παρατηρείς τις σκέψεις σου να χτυπιούνται στα τοιχώματα του. Σε βολεύουν οι θαμπές εικόνες. Δεν έχουν λεπτομέρειες, ούτε γωνίες, ούτε ονόματα. Κι αυτή τη ζάλη την ερωτεύεσαι, την αναπνέεις και μένεις δούλος των σπασμών της μέσα στα πνευμόνια σου, στον εγκέφαλο σου, στις φλέβες. Τη νομιμοποιείς, την μελετάς σε βάθος τυφλά. Τη δικαιολογείς με διατριβές υποκειμενικές και ουρλιάζεις υστερικά δεξιά κι αριστερά με βλέμμα υπεροψίας για να μας πείσεις. 
Να μας πείσεις; Εσύ; Πως; Γελάς με βοηθήματα.. Κι αύριο με χημείες θα γελάς πάλι και θα μου πουλάς ιστορίες ανδρείας και ηδονοπλασίες για γυναίκες με πρόστυχα παρατσούκλια. Γελοίε. Κάποτε δεν τα 'χες ανάγκη αυτά, σου έφτανε η καθαρότητα σου. Ντρεπόσουν με ειλικρίνεια, φοβόσουν με ειλικρίνεια. Τώρα αν φοβηθείς πανικοβάλλεσαι και θεατρινίζεις λες και έχεις ξεπεράσει την ανθρωπότητα και τα θνητά αισθήματα είναι για τους επίγειους. Σα να έχεις την αίσθηση πως όλος ο κόσμος σε θαυμάζει ήδη και φοβάσαι μη σε ρίξουν απ'το βάθρο σου αν τσαλακωθείς.
Τσαλακώσου. Όπως παλιά. Μην αφήνεσαι. Μην θεοποιείς την πτώση σου σ' εμένα γιατί ακόμη κι αν σε πιστέψω, στο χώμα θα σκάσεις θνητός.

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Ήρεμο

Να πεθάνουν ολα
Να πεθάνουνε τα χρώματα
και ο ουρανός να γίνει πάτωμα
Να χωθούν τα αστέρια σε τάφους
και να λάμπουν στη λάσπη
Να γεννιούνται οι ανθρωποι νεκροί
Και ν'αναπνέουν στις κηδείες τους
Να βρέχει βροχή καυτή
να καίει τα σώματα και τα τσιμέντα
Να ματώνει η σάρκα απο αγάπη
Και να πεθαίνουν οι εραστές.
Ότι ζηλεύω να πεθάνει
Ότι κινεί το μάτι μου να πεθάνει
Ότι πατώ,
ότι μ'ερεθίζει,
ότι αναπνέω,
ότι διαβάζω,
ότι θυμάμαι,
ότι χρωστάω,
ότι μπορώ...
Ότι υπάρχει και μ'ακουμπάει
ότι υπάρχει και με κεντρίζει.
Να πεθάνουν όλα αφου δεν είσαι εδώ.
Δεν αντέχω να πεθαίνω μόνη.

Κλάψε.




Κλαις γιατί δεν έχεις δικαίωμα να λυπάσαι
Γιατί ήρθαν όλα στρωμένα μπροστά σου
κι εσυ επιμένεις να σκοντάφτεις
και να λιώνεις το πρόσωπό σου σε επιφάνειες απο πούπουλο,
Να σηκώνεσαι ουρλιάζοντας με μελανιές και γρατσουνιές
και να κάθεσαι περήφανα δίπλα στους ακρωτηριασμένους

Καμιά αιχμηρή γωνία
κανένα βρεγμένο πλακάκι
καμία σκάλα ακάλυπτη
Κάποιος περνάει όταν κοιμάσαι και τα φροντίζει όλα
Και τον μισείς τον γαμημένο
Γιατί παιδί έπεφτες για να ξανασηκωθείς
και τώρα σηκώνεσαι για να μετρήσεις απώλειες

Εύχομαι να φυτρώσει ένας γκρεμός κάπου στην πορεία σου
να σπάσει τα σωθικά σου και τα άκρα σου
να ματώσει κάθε κύτταρο της σάρκας σου
να σ'αφήσει βαλσαμωμένο απ'τον πόνο
Και κάπου στον πάτο του να καταλάβεις
πως έχεις λόγο να λυπάσαι
αλλα δεν έχεις δάκρυα.

Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Πλαστικά δέντρα, κοκκινόλευκες διαφημίσεις ανθρακούχων αναψυκτικών, οικογένεια, τυπικότητα, χριστουγεννιάτικοι φίλοι.
Μαζεύτηκαν όλοι μέσα στο σπίτι μου, άπλωσαν τα άκρα τους στο σαλόνι μου κι άρχισαν να πουλάν δεξιά κι αριστερά την επιδειξιομανία τους. 


''Αυτοί οι κουραμπιέδες είναι χειροποιητοι, τους έφτιαξα με μεράκι!''
''Α!!Είναι υπέροχοι, γεια στα χέρια σου! Η μικρή μας πέρασε με 10 την τάξη στο βιολί''
''Μπρααααααάβο!! Φαίνεται χαρισματικό παιδι κι έξυπνο!Τι κοιτάς Χριστινάκι στο φειτσμπούκ; Η δικιά μας τωρα που μπήκε στη σχολή... Θα γίνει τρομερή καθηγήτρια!''


Βλέπω εμετό παντού.. Οι διάλογοι θυμίζουν εκπομπή μαγειρικής με πινελιές μεξικάνικης σαπουνόπερας. Υπάρχει τόσο άχρηστο ψέμα στην ατμόσφαιρα που το μυρίζω και βουλώνουν τα ρουθούνια μου. Με ρωτάνε για το μέλλον μου αν και η αποφαση ειναι ομοφωνη (σχεδον). Καθηγήτρια!
Δε μιλάω για να μην τη βγάλω ψεύτρα στους 'φιλους' της κι ας βγήκε ψεύτρα σε μένα. Έχει στήσει μια τόσο όμορφα στολισμένη βιτρίνα για τους περαστικους της και αναγκάζομαι να στέκομαι ακίνητη πίσω της κρατόντας την αναπνοή μου χαμογελαστή. Κι εκείνη μιλάει με μία ψεύτικα ψηλή φωνή, γελάει χωρίς λόγο και χρησιμοποιει με το τσουβάλι τα επιφωνήματα.
Βάλανε άπειρους συμβολισμούς σε άψυχες κινήσεις για να αποφύγουν τον κόπο να ψάξουν αληθινά τους ανθρώπους.. Αν μας φέρουν τούρτα, είναι ευγενικοί, αν τους βγάλουμε έξω και πληρώσουμε το λογαριασμό, είμαστε ανοιχτοχέριδες, αν μας ευχηθούν είναι καλόκαρδοι, αν ενδιαφερθούν να ρωτήσουν για μας, είναι καλοί φίλοι. Πόσο τεμπέληδες είναι οι ανθρωποι..
 Κι εσύ φτιάχνεις τα μαλλιά σου, φιλάς τον άντρα σου, βγάζεις το καλό σερβίτσιο και τα κρύσταλα, μιλας με επιστημονικό λεξιλόγιο, εχεις άποψη για το ''ιντερνέτ'' και σκέφτεσαι ''δες πόσο ευτυχισμένη είναι η δική μου οικογενεια!'' μ'ενα ευγενικά εκδικητικό χαμόγελο.
Αρπακτικά που κουβαλάνε τούρτες και λερώνουν το μυαλό μου με ευχές.
Θα σου κάνω το χατήρι και φέτος και θα 'μαι χαρούμενη.
Αναρωτήσου όμως για ένα λεπτό κι αν μπορεις απαντησέ μου. 
Γιατι έχεις φίλους μόνο τα χριστούγεννα?

Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Π.κ.ο.

 Θέλω να σ'αγγίζω με τη γλώσσα μου
Κάθε φορά και σ'άλλο μέρος του σώματος
Να χορταίνω την απληστία μου με λίγα εκατοστά δέρματος
Και μετά να διψάω για μέρες
Και να έχω παρενέργειες απο τη στέρηση
Ναι γαμώτο, παρενέργειες
αιματηρές!
Να βάφουν τον εγκέφαλό μου κόκκινο
Και να μαστουρώνω
Να λιποθυμάω με τα μάτια ανοιχτά
Και να ξυπνάω απ'τα ρίγη
Φοβισμένη πως όλη η πόλη άκουσε το δέρμα μου.
Σήμερα και να με χτυπάς δε ματώνω
και να με βιάζεις δεν ουρλιάζω
Απ'τη στιγμή που σε θέλησα για πρώτη φορά
Σου στέρησα το δικαίωμα να μου προκαλέσεις πληγή
Χωρίς να πονέσω ηδονικά.
Σκίσε μου τα ρούχα,
πέτα με στο χώμα και κλώτσα με, φτύσε με,
 μάτωσε με,πήδα με 
κι αν δε σε βολεύει το σώμα μου
ξεχείλωσε το δέρμα μου
σπάσε μου τα κόκαλα και δώσε μου το σχήμα που σε καβλώνει.
Σε θέλω γιατί είμαι διχασμένη
Κι εσύ γι αυτό με θες
Θα σου κρατάω πολλά κρυμμένα με τον πιο ειλικρινή τρόπο
Θέλω να διψάς κι εσύ
Και να 'σαι άπληστος μαζί μου.
Μόνο έτσι θα 'μαστε ισότιμοι.

Τζούρα.

Είδα αυτούς που κάθονται όλοι μαζί. Όλοι μαζι γιατί έτυχε πριν χρόνια να κάθεται ο καθένας μόνος του κοντά στους υπόλοιπους μόνους.
Τι βιασμένοι..Τους βίασαν βιαστικά, ούτε καν τους βασάνισαν. Τους άφησαν πληγές στην πλάτη που είναι μάταιο να προσπαθήσουν να γλείψουν. Γίναν ενστικτοδώς είδος αγελαίο ελπίζοντας υποσεινήδητα πως κάποιος ίσως φτάνει να χαηδέψει τη ραχοκοκαλιά τους. Αλλα μείναν στο ένστικτο, ανατρύχιασαν στο άγγιγμα και άφησαν τις πληγές εκτεθημένες. Τραγουδούν μαζί περιπέτειες μεθυσμένων ειδώλων, μολυσμένες με ιδέες καρκίνους και στολισμένες με σπασμούς των άκρων και βελάσματα. Γεύονταν μόνο τις ηδονές που χωράν ανάμεσα σε δύο δάχτυλα, τις βάφτιζαν εμπειρίες, τις έχωναν με μία σύριγγα στη γλώσσα κι έγλειφαν μανιωδώς μ' αυτή τα χείλη και τον ουρασνίσκο για να έχουν αποθέματα αν τυχόν τους τραβήξουν ξαφνηκά στο αποπνυκτικο οξυγόνο.
Παρανομούν όλοι μαζί. Κλαίνε όλοι μαζι. Γελάνε μαστουρωμένα όλοι μαζι, όχι γιατι το θέλουν όλοι μαζί, ούτε γιατι είναι δυνατοί όλοι μαζι, αλλα γιατι όλοι μαζί είναι ένα τίποτα ενω χώρια ίσως τους προσέξουν. Είναι βαρύ φορτίο το δάχτυλο που δείχνει μόνο εσένα.